Η ύπαρξη τόσο ρεαλιστικών αρχαίων κινεζικών αγαλμάτων είναι πρωτοφανής για τα ιστορικά δεδομένα, αφού δεν έχουν δει το φως άλλα δείγματα αυτού του καλλιτεχνικού ρυθμού στην αρχαία Κίνα, ούτε προγενέστερα ούτε μεταγενέστερα. Για παράδειγμα, όσον αφορά στην αρχαιοελληνική γλυπτική, ευρήματα, όπως τα κυκλαδικά ειδώλια, ξεκινούν από την προϊστορική περίοδο, περνούν στην αρχαϊκή με δημιουργήματα όπως οι περίφημοι Κούροι, για να καταλήξουν στην κλασική γλυπτική και στη μετέπειτα ελληνιστική και ελληνηρωμαΪκή. 



Οι γνώσεις μας και τα ευρήματα γλυπτικής για την κινεζική ιστορία μέχρι τις μέρες του πρώτου αυτοκράτορα είναι πολύ περιορισμένα. Συνεπώς, δεν υπάρχει επιστημονική βεβαιότητα ως προς τα στάδια εξέλιξης αυτής της τεχνοτροπίας, ούτε για τις ρίζες της, κατά πόσον είναι ελληνικές ή ασιατικές. Σαφώς η τελειότητα στην απεικόνιση αυτών των μορφών δεν θα μπορούσε να μη φέρνει στο νου κάθε αρχαιολόγου τα αρχαιοελληνικά και ελληνιστικά αγάλματα. Οι παρατηρήσεις αυτές, σε συνδυασμό με τις πρόσφατες ανακαλύψεις ευρωπαϊκού DNA στο χώρο του υπόγειου στρατοπέδου, ενισχύουν την άποψη για ελληνική παρουσία, επιρροή έως και συμμετοχή στην κατασκευή του Πήλινου Στρατού.



Ο Τσιν Σι Χουάνκ Τι ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας της Κίνας, ένας μεγάλος μεταρρυθμιστής που είχε εμμονή με την αθανασία. Ήθελε έναν τεράστιο στρατό να φυλάει για πάντα το μαυσωλείο του. Βρήκε τη λύση με έναν πήλινο στρατό από 8.000 στρατιώτες, 130 άρματα με 520 άλογα και 150 άλογα ιππικού διαφόρων μεγεθών που συγκέντρωσε γύρω από το μαυσωλείο του. Πέθανε το 220 π.Χ. 



Ένας στρατός από 8.000 στρατιώτες, 130 άρματα με 520 άλογα και 150 ιππείς σάς περιμένουν στο μαυσωλείο του Τσιν Σι Χουάνγκ, του πρώτου αυτοκράτορα της Κίνας. Βρίσκεται στη πόλη Σιάν της επαρχίας Σαανσί στη Βορειοδυτική Κίνα και είναι μέσα σε στεγασμένο και επισκέψιμο όλο το χρόνο χώρο. Το ταξίδι από την Αθήνα διαρκεί πάνω από 15 ώρες και διανύει περί τα 7.500 χιλιόμετρα.



Η δημιουργία των στρατιωτών βασίστηκε στο συνδυασμό αυτοματοποιημένης και χειροποίητης παραγωγής. Για την κα- 
τασκευή των κεφαλιών, των χεριών και των υποδημάτων (κατώτερου ποδιού και πατούσας) χρησιμοποιήθηκαν καλούπια, ενώ κάθε σώμα και πόδι ήταν φτιαγμένο στο χέρι. Μετά την αυτοματοποιημένη παραγωγή και σύνθεση του αγάλματος, ακολουθούσαν οι επεμβάσεις με το χέρι, όπου ειδικευμένοι τεχνίτες έδιναν άλλη μορφή και διαφορετικά χαρακτηριστικά σε κάθε κομμάτι. Με αυτόν το συνδυασμό, το μεγάλο μέρος της δουλειάς γινόταν και γρήγορα και οικονομικά λόγω των καλουπιών, ενώ η χειροποίητη επεξεργασία, που ήταν και ακριβή και χρονοβόρα, αποτελούσε μικρό μέρος του συνολικού έργου. Το αποτέλεσμα ήταν η κατασκευή 8.000 διαφορετικών αγαλμάτων σε χρόνο ρεκόρ πολύ πιο οικονομικά σε σχέση με μια αποκλειστικά χειροποίητη υλοποίηση. 



Η επικοινωνία της Άπω Ανατολής με τους πολιτισμούς της Μεσογείου ήταν στην αρχαιότητα ασύλληπτα δύσκολη. Παρότι ο όρος Δρόμος του Μεταξιού παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 19ο αιώνα, καθιερώθηκε ανάμεσα στους ακαδημαϊκούς τον επόμενο αιώνα. Εμείς τον μαθαίνουμε στο σχολείο μας στο μάθημα της ιστορίας για τα ταξίδια του Μάρκο Πόλο. Στην πραγματικότητα όμως ο «δρόμος» υπήρχε και λειτουργούσε από τα αρχαία χρόνια μέσα από τις λιγοστές προσβάσιμες διόδους που ενώνουν τις πεδιάδες της ανατολικής Ασίας, όπου άκμασε ο κινεζικός πολιτισμός, με την κεντρική Ασία.

Η ανάγκη για ένα «δρόμο» γεννήθηκε από το μεγάλο φυσικό φράγμα στην επικοινωνία της Κίνας, και ευρύτερα της ανατολικής Ασίας, με τον υπόλοιπο αρχαίο κόσμο. Το φράγμα το σχηματίζει μια ομάδα οροσειρών που ξεκινά βόρεια από την οροσειρά Τιάν Σαν, ανατολικά έχει τα όρη Παμίρ και νότια την οροσειρά Κουνλούν, τα υψίπεδα του Θιβέτ και τα Ιμαλάια. Ανάμεσα σε αυτές τις οροσειρές σχηματίζεται η λεκάνη Ταρίμ που περιέχει την έρημο Τακλαμακάν, η οποία και καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της λεκάνης. Τα όρη που ορίζουν την λεκάνη Ταρίμ συγκλίνουν στα ανατολικά και εμποδίζουν περαιτέρω την επικοινωνία με την κυρίως Κίνα, τη λεκάνη του Χουάνγκ Χε, του Κίτρινου Ποταμού, και ανατολικότερα. Βόρεια η κυρίως Κίνα περιορίζεται από τη λεκάνη της φοβερής ερήμου Γκόμπι, ενώ τα όρη Κίνγκαν χωρίζουν τις πεδιάδες της Ματζουρίας από τις κεντρικές στέπες της Σιβηρίας. Όλα αυτά τα φυσικά εμπόδια, μαζί με διάφορες φυλές ληστών και νομάδων πολέμαρχων που κατά καιρούς τα κατοικούσαν, δημιουργούσαν στους παλαιότερους χρόνους μεγάλο πρόβλημα στην επικοινωνία των λαών της Άπω Ανατολής με τον υπόλοιπο κόσμο. 
 




Η πλέον απομακρυσμένη Αλεξάνδρεια στα βάθη της κεντρικής Ασίας, ήταν η Αλεξάνδρεια η Εσχάτη (λατινικά Alexandria Ultima ή Eskhata). Ο Αλέξανδρος την ίδρυσε το 329 π.Χ. στο στόμιο της κοιλάδας Φεργκάνα, της διόδου που οδηγεί από την κεντρική Ασία στην Κίνα. Επειδή στην περιοχή κατοικούσαν πολλές διαφορετικές φυλές και η πόλη απείχε 300 χιλιόμετρα από την πλησιέστερη ελληνική πόλη, την Αλεξάνδρεια επί Ώξου, οι Έλληνες έχτισαν ένα τείχος έξι χιλιομέτρων που την προστάτευε. Η πόλη απείχε 400 χιλιόμετρα από τη λεκάνη Ταρίμ, το αφιλόξενο βαθύπεδο στα βόρεια του Θιβέτ, που το μεγαλύτερο μέρος του καταλάμβανε η έρημος Τακλαμακάν. Ο Στράβων αναφέρει ότι οι Έλληνες ταξίδεψαν μέχρι τη Φρύνη και τη Σέρικα, το ανατολικότερο σημείο της λεκάνης. Όμως Σέρικα αναφέρεται από τους Έλληνες και Ρωμαίους να είναι η Βόρεια Κίνα, η αυτοκρατορία του Τσιν Σι Χουάνγκ Τι. Οι δε Κινέζοι στις αρχαιότερες πηγές τους αναφέρουν το βασίλειο των Τα-Γουάν στα δυτικά τους, που κατά λέξη σημαίνει «Μεγάλοι Ίωνες», με τους οποίους είχαν συχνή επαφή. Ιστορικά, λοιπόν, υπάρχει η βάση για τις επαφές Ελλήνων και Κινέζων που μπορεί να οδήγησαν στην κατασκευή του Πήλινου Στρατού.